Από τον
Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου
Στο 18ο χιλιόμετρο της παλαιάς Εθνικής οδού
Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, δίπλα στη χάραξη της κατηργημένης σιδηροδρομικής γραμμής
και λίγο πριν την παλαιά μεταλλική σιδηροδρομική γέφυρα του Γαλλικού ποταμού
συναντούμε τα εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις του λατομείου Πενταλόφου (Γραδεμπόριο)
της Θεσσαλονίκης. Παλαιότερα ήταν γνωστά και με την ονομασία «Λατομεία Νάρρες» από
την ονομασία του κοντινού χωριού Νέα Φιλαδέλφεια (Νάρρες). Η εκμετάλλευση του τότε
κρατικού λατομείου που παρήγαγε σκύρα για τις ανάγκες της κατασκευής των οδών
και των σιδηροδρομικών γραμμών της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης ανάγεται
από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912) το
λατομείο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο μεταβίβασε
την έκταση και τις εγκαταστάσεις στο Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης. Από το 1915
έως το 1918 η εκμετάλλευση πέρασε στους Γάλλους, οι οποίοι παράλληλα εκμεταλλευόταν
και άλλο λατομείο στη θέση «Μάζα» του Πενταλόφου. Την ίδια εποχή λειτούργησε και
η σιδηροδρομική Στάση «Λατομείο» (ΧΘ 17+500) της σιδηροδρομικής γραμμής
Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης.
Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου το λατομείο εκμισθώθηκε
σε διάφορους ιδιώτες, ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής περιήλθε υπό Γερμανική εκμετάλλευση
(1941-1944). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γεωργίου Γατζόλα (Προέδρου ΚΑΠΗ
Πενταλόφου, 82 ετών), στα λατομεία εργάστηκαν πολλοί κάτοικοι της περιοχής για
την παραγωγή σκύρων για τις ανάγκες των ΣΕΚ που τότε βρισκόταν υπό Γερμανική
Διοίκηση. Η γεωγραφική θέση του λατομείου (κοντά στη κυρίως γραμμή, τη σιδηροδρομική
γέφυρα και τα αντλιοστάσια του Γαλλικού ποταμού) ανάγκασε τους Γερμανούς να
κατασκευάσουν πολυβολεία και πολυδαίδαλα υπόγεια καταφύγια από πέτρα και οπλισμένο
σκυρόδεμα τα οποία διατηρούνται σε άριστη κατάσταση ακόμα και σήμερα.
Οι Γερμανοί εγκατέστησαν βιομηχανικό σιδηροδρομικό δίκτυο
μήκους 600/μ. με χειροκίνητη έλξη και με πλάτος γραμμής 0,50/μ. Οι σιδηροτροχιές,
οι περιστροφικές πλάκες και τα βαγονέτα ήταν του εργοστασίου Orenstein & Koppel
(O&K) του Βερολίνου. Το δίκτυο συνέδεε τους υπαίθριους χώρους εξόρυξης με
το κυρίως κτίριο όπου ειδικά μηχανήματα (σπαστήρες) μετέτρεπαν τις πέτρες σε σκύρα.
Διακλάδωση της βιομηχανικής γραμμής έφερνε τα βαγονέτα στην μεταλλική σκάλα φόρτωσης
απ’ όπου τα σκύρα φορτωνόταν στα ειδικά διασκευασμένα βαγόνια (σκυροβάγονα) της
κανονικής γραμμής η οποία περνούσε ακριβώς κάτω από τη σκάλα φόρτωσης.
Η λειτουργία του λατομείου πρέπει να ήταν ιδιαίτερα
σημαντική για τους Γερμανούς, αφού το επισκεπτόταν πολύ συχνά ο τότε στρατιωτικός
διοικητής της κατεχόμενης Θεσσαλονίκης Max Merten (1911-1971). Ο ίδιος και οι
συνεργάτες του διέμεναν σε μία κατοικία η οποία κτίστηκε δίπλα στο κτίριο των
γραφείων του λατομείου, η οποία διέθετε τρία δωμάτια, κουζίνα και μπάνιο. Δίπλα
στην κατοικία, οι Γερμανοί κατασκεύασαν ένα υπόγειο καταφύγιο, το οποίο εξωτερικά
έμοιαζε με πηγάδι. Το φρεάτιο είχε βάθος 15 περίπου μέτρων και οδηγούσε σε ένα
πολυδαίδαλο (όπως προαναφέρθηκε) υπόγειο δίκτυο το οποίο είχε τρείς εξόδους σε
διαφορετικά σημεία της περιοχής. Η εκ περιτροπής διαμονή του Merten
στα
λατομεία συνδέθηκε και με τον «μύθο» που ήθελε τον τελευταίο να έχει κρύψει εκεί
σημαντικές ποσότητες χρυσού και πολυτίμων λίθων που προερχόταν από τις περιουσίες
των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Οι γηραιότεροι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται «οργανωμένες»
προσπάθειες ανεύρεσης των θησαυρών οι οποίες όπως ήταν φυσικό κατέληξαν σε «φιάσκο».
Μετά τον πόλεμο η εκμετάλλευση πέρασε στους ΣΕΚ μέχρι τις
αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε το λατομείο και οι εγκαταστάσεις του
εγκαταλείφθηκαν. Τα επόμενα χρόνια ο εξοπλισμός του κυριολεκτικά λεηλατήθηκε. Κάποια
απομεινάρια του βιομηχανικού δικτύου, μία περιστροφική πλάκα και η μεταλλική
σκάλα φόρτωσης διασώζονταν το 2009. Η τελευταία «εξαφανίστηκε» δύο χρόνια αργότερα
(2011) από τους γνωστούς-άγνωστους «εμπόρους» σκραπ.
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ
ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ
ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΣΚΑΛΑ ΦΟΡΤΩΣΗΣ
ΚΑΤΟΙΚΙΑ
ΜΑΧ ΜERTEN (1942-1944)
ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ











































