Editorial

Editorial

Στην πορεία των Ελληνικών Σιδηροδρόμων, εκτός από τα ιστορικά εκείνα στοιχεία που συνθέτουν τη διαδρομή τους από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, σημαντική θέση κατέχουν οι εγκαταστάσεις και το τροχαίο υλικό, που αποτελούν «μνημεία»[1] της βιομηχανικής αρχαιολογίας της χώρας μας. Η βιομηχανική αρχαιολογία,[2] όρος σχετικά καινούργιος και σαν τέτοιος άγνωστος ίσως στο ευρύ κοινό, ερευνά, καταγράφει, διασώζει, αποκαθιστά και αναδεικνύει όλα εκείνα τα κατάλοιπα του παρελθόντος που συνθέτουν τη βιομηχανική και τεχνική μας κληρονομιά. Στην τεχνολογία των σιδηροδρόμων,[3] αναφερόμενοι σε εγκαταστάσεις, εννοούμε[4] τα κτίρια των επιβατικών σταθμών όλων των κατηγοριών, τα κτίρια των στάσεων και των φυλακίων, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα μηχανοστάσια, τα εργοστάσια, τα κτίρια της διοίκησης και εκμετάλλευσης των γραμμών καθώς και τις κατοικίες του προσωπικού των σιδηροδρόμων. Σαν εγκαταστάσεις αναφέρονται επίσης οι σιδηροτροχιές, ο μηχανολογικός και πάσης φύσεως τεχνικός εξοπλισμός και τα τεχνικά έργα, όπως είναι τα αναχώματα, οι γέφυρες και οι σήραγγες. Αναφερόμενοι στο τροχαίο υλικό εννοούμε, τις μηχανές και τα βαγόνια όλων των τύπων και κατηγοριών. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις και τα μεγάλα τεχνικά έργα, που δημιουργήθηκαν από τις εταιρείες που κατασκεύασαν τα σιδηροδρομικά δίκτυα και πού διασώζονται μέχρι σήμερα, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αργοπεθαίνουν από τα στοιχεία της φύσης αλλά και από την αδιαφορία και τα συμφέροντα των ανθρώπων. Σκοπός του ιστολογίου είναι να παρουσιάσει μία γενική εικόνα των κτιριακών εγκαταστάσεων και του μουσειακού κυρίως τροχαίου υλικού, των σιδηροδρομικών δικτύων της Μακεδονίας, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Και αυτό γίνεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας, που σκοπό έχει, αφ’ ενός να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει το ευρύ κοινό, αφ’ ετέρου, να θέσει τους αρμόδιους ενώπιον των ευθυνών τους σε ζητήματα που αφορούν την πολιτιστική και τεχνολογική κληρονομιά της Ελλάδας. Τη σιδηροδρομική μας κληρονομιά. Στην αυγή του 21ου αιώνα, ο αέρας του εκσυγχρονισμού που πνέει στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους, παρασέρνει και αφανίζει συνάμα, ιστορία ενός και πλέον αιώνα.



[1] Η κήρυξη κτιρίου ως έργου τέχνης ή ιστορικού διατηρητέου μνημείου γίνεται σύμφωνα με το Ν. 1469/1950 «περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενέστερων του 1830», με το άρθρο 52 του Κ.Ν. 5351/1932 «περί Αρχαιοτήτων» και με το Ν. 2039/1992 «περί κύρωσης της σύμβασης για τη προστασία της Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης».

[2] Ο πρώτος που προσδιόρισε τον όρο Βιομηχανική Αρχαιολογία ήταν ο Donald Dudley, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και οι πρώτες μελέτες οφείλονται στον καθηγητή Michael Rix. Bλ. Rainer Slotta, Εισαγωγή στη Βιομηχανική Αρχαιολογία, Μτφ. Άγη Παπαδοπούλου, Αθήνα (ΠΤΙ. ΕΤΒΑ), 1992 και Pinard Jacques, Η Βιομηχανική Αρχαιολογία, Μτφ. Γιώργου Σπανού, Αθήνα (ΠΤΙ. ΕΤΒΑ), 1992.

[3] Οι απαρχές της τεχνικής των σιδηροδρόμων σύμφωνα με την γνώμη πολλών ειδικών, βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Βλ. Εισήγηση του Χ. Η. Χαλαζιά, στο Α΄ Βαλκανικό Συνέδριο με θέμα «Σιδηρόδρομοι και Πολιτισμός», Θεσσαλονίκη 4 -5 Νοεμβρίου 1994. Πρβλ. Τότε τ. 56 (1995), σ. 9, Δ. Παπαδημητρίου, «Σιδηρόδρομοι στην Αρχαία Ελλάδα», στο Αλεξάνδρεια. Σιδηρόδρομος και πόλη. 1894-1994. Αφιερωματική έκδοση για τα 100 χρόνια σιδηροδρομικής σύνδεσης Θεσσαλονίκης- Μοναστηρίου και η επίδραση στην Αλεξάνδρεια. Αλεξάνδρεια 1994, σ. 11-12.

[4] Όλγα Τραγανού – Δεληγιάννη «Οι σιδηρόδρομοι και η ιστορία τους. Έρευνες και προσπάθειες διάσωσης και προστασίας» Ιστορία της Νεοελληνικής Τεχνολογίας, Α΄ τριήμερο εργασίας, Πάτρα 21-23 Οκτωβρίου 1988, Πρακτικά, Αθήνα (ΠΤΙ ΕΤΒΑ) 1991, σ. 154. Πρβλ. Κ. Γ. Αμπακούμκιν, Σιδηρόδρομοι, Αθήνα (Συμμετρία), 1990.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Σιδηρόδρομος Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου (Peristeri, Attiki, Lignite Mines Railway)


Τα Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου. Δημοσιεύθηκε στην έκδοση: Lignite in Greece (Bureau of Mines, Bulletin 502), by Albert l. Toenges, N. L. Grentz, B. C. Parks and R. F. Abernethy, United States Government printing office, Washington, 1951, σ. 10.

Το Χρονικό του «Κάρβουνου» (των Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου)

Του Νίκου Θεοδοσίου
Συγγραφέα-Σκηνοθέτη

Το 1933 αρχίζει η διαδικασία για τη λειτουργία λιγνιτωρυχείου στο Περιστέρι. Αναφέρεται ότι την πρωτοβουλία έχει η οικογένεια Γιώργου Ρομπάκη που πριν την Καταστροφή είχε στην ιδιοκτησία της το ορυχείο «Ζον Γκουλντάκ» στη Μαύρη Θάλασσα. Πάντως από έγγραφο της Νομαρχίας Αττικής και Βοιωτίας του 1934 φαίνεται ότι οι Αντώνιος Ραγκούσης και Γεώργιος Σιώτης από το 1932 είχαν καταθέσει αίτηση μεταλλευτικών ερευνών στην περιοχή.
Στις 5 Νοεμβρίου 1933 ανακοινώνεται η ίδρυση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Λιγνιτωρυχεία Αττικής Α.Ε.» Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από τους Χρήστο Περσάκη, πρόεδρο, Αντώνιο Ρομπάκη, Δημήτριο Πανόπουλο, Σπυρίδωνα Πανόπουλο, Ιωάννη Πρεζάνη, Γεώργιο Σιώτη, Αντώνιο Ραγκούση και Πολύβιο Τσακαλώτο. Διευθύνοντες σύμβουλοι ορίζονται οι Αντώνιος Ρομπάκης και Πολύβιος Τσακαλώτος.
Το 1934 με βασιλικά διατάγματα παραχωρείται η έκταση και από τη Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας δίνεται η άδεια εκμετάλλευσης. Το 1935-1936 αρχίζει η εξόρυξη λιγνίτη στο Περιστέρι. Τα τμήματα που αποτελούν την επιχείρηση είναι, η Πομόνα, για την άντληση των νερών από τις στοές, το Ηλεκτρολογείο, το Μηχανουργείο, το Μαγειρείο, η Αποθήκη τροφίμων. Απασχολούνται 350-450 εργάτες που εργάζονται σε βάθος 80 και 100 μέτρων. Εξάγουν 100-150 τόνους λιγνίτη την ημέρα.
Περίοδος Κατοχής
Τη περίοδο της Κατοχής 1941-44 το λιγνιτωρυχείο περνά σε ιταλικά χέρια  και μετονομάζεται σε Agenta Carboni Italiani. Οι έλληνες ιδιοκτήτες πωλούν τις μετοχές τους σε ιταλούς. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς είναι θολό, αναφέρει ο Μιχάλης Σταφυλάς καθώς  οι παλιοί μέτοχοι εξακολουθούν να παίρνουν κάποιο μέρισμα. Πάντως  η εταιρία «Λιγνιτωρυχεία Αττικής» εξακολουθεί να λειτουργεί καθ όλη τη διάρκεια της Κατοχής και να δημοσιεύει ισολογισμούς. Τρεις μάλιστα από τους μετόχους επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ιδρύοντας το 1942 (!) την εταιρία «Χημικά Προϊόντα ΑΕ». Διευθυντής στα λιγνιτωρυχεία είναι ο ιταλός μηχανικός Μπρούνο Μπαριλάρι  και τεχνικός διευθυντής ο μεταλλειολόγος Γιάννης Σολωμός. Το απασχολούμενο προσωπικό ανεβαίνει στους 700 και αντίστοιχα  η παραγωγή στους 200 με 250 τόνους την ημέρα.
Από την άλλη οι εργαζόμενοι στο λιγνιτωρυχείο παίρνουν καλό συσσίτιο κι αυτό είναι  το πιο πολύτιμο την περίοδο της μεγάλης πείνας. Την περίοδο της Κατοχής σημειώθηκε μια δυναμική απεργία με αιτήματα τη βελτίωση του συσσιτίου, την αύξηση των μισθών και ενοίκιο για τις κατοικίες καθώς οι περισσότεροι εργάτες ήταν εξειδικευμένοι εργάτες από τα νησιά των Κυκλάδων, Μήλο, Σέριφο. Η απεργία σημείωσε μεγάλη επιτυχία κι η διοίκηση υποχρεώθηκε να υποχωρήσει.
Την περίοδο της Κατοχής το λιγνιτωρυχείο αποτελεί ένα από τα κέντρα της Αντίστασης. Ανάμεσα στους εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχείο, πρωτεργάτες της Αντίστασης στο Περιστέρι είναι οι Θανάσης Γκουνενιώτης και η Θεοδώρα Δαβέτα που εκτελέστηκαν από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς.
Την περίοδο της κατοχής δημιουργείται κι η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει το λιγνιτωρυχείο με τον κύριο σιδηροδρομικό άξονα της χώρας στους Αγίους Αναργύρους.
Λίγο πριν την αποχώρηση των κατακτητών, το Αύγουστο του 1944, οι έλληνες Πατσαλής, Βλαχούτσικος και Μόσχος αγοράζουν το ορυχείο από τους Ιταλούς. Έτσι η επιχείρηση εμφανίζεται ως ελληνική κι όχι ως «εχθρική περιουσία» η οποία θα έπρεπε να περάσει υπό τον έλεγχο του κράτους σύμφωνα με το νόμο. Κάτω από αυτή την παράνομη και αμφισβητούμενη ιδιοκτησία το λιγνιτωρυχείο λειτουργεί για λίγο διάστημα ή για την ακρίβεια υπολειτουργεί. Απασχολούνται 60 με 140 εργάτες κι η παραγωγή είναι πολύ μικρή.
Στις 28 Ιουλίου 1945 οι εργάτες των λιγνιτωρυχείων της Αττικής, ανάμεσά τους και του Περιστερίου, συντονίζονται και με υπόμνημά τους προς την κυβέρνηση ζητούν την άμεση επαναλειτουργία των ορυχείων. Το Δεκέμβρη 1945, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας αναλαμβάνει το ίδιο την εκμετάλλευση του λιγνιτωρυχείου το οποίο μπαίνει τελικά υπό μεσεγγύηση σύμφωνα με το νόμο «για τους αγοράσαντας από τους κατακτητάς». Η διαχείριση, σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη», ανατίθεται όχι σε επιτροπή αλλά στον παλιό δοσίλογο εργοδότη Πατσαλή. Ο Πατσαλής κατηγορείται ότι προπώλησε κάρβουνο εισπράττοντας ένα εκατομμύριο δραχμές κι αντί να πληρώσει τους εργάτες εξαφανίστηκε. Με τη νέα διεύθυνση υπολογίζεται ότι η παραγωγή από 25 τόνους την ημέρα θα ανέβει στους 100
Ακολουθεί μια μακρά περίοδος αγώνων και απεργιακών κινητοποιήσεων με βασικό αίτημα την καταβολή των δεδουλευμένων. Μια απεργία εκδηλώνεται στις 26 Δεκεμβρίου και κρατάει μέρες. Στις 21 Απριλίου 1948 οι εργάτες του λιγνιτωρυχείου κατεβαίνουν πάλι σε απεργία γιατί τους χρωστάνε 25 ημερομίσθια. Καταγγέλλουν επίσης ότι οι στοές απειλούνται να κατακλυστούν από νερά με συνέπεια να  καταστραφεί το λιγνιτωρυχείο.
Νέες απεργίες εκδηλώνονται στις 13 Μαΐου 1949, 6 Οκτωβρίου 1949, 24 Νοεμβρίου 1949, 10 Δεκεμβρίου 1949. Στις 17 Ιουλίου 1950 ο ελληνικό δημόσιο κινεί διαδικασία προκειμένου να περάσει κάτω από τη δική του ιδιοκτησία το λιγνιτωρυχείο ως «εχθρική περιουσία». Το Νοέμβριο του 1950 καλούνται από το Ελληνικό Δημόσιο οι κάτοχοι μετοχών ή άλλων τίτλων κυριότητας της επιχείρησης  να καταθέσουν τα δικαιολογητικά στην Τράπεζα της Ελλάδας.
Νέα Εποχή
Το 1951 γίνεται δημοπράτηση του έργου κι η επιχείρηση των λιγνιτωρυχείων μισθώνεται στην εταιρία του Φραγκίσκου Πρεζάνη. Όπως θα αποκαλύψει το 1956 ο υπουργός βιομηχανίας Π. Παπαληγούρας η επιχείρηση παραχωρείται στον Πρεζάνη  χωρίς να του τεθεί κανένας όρος. Στο λιγνιτωρυχείο απασχολούνται 200 τώρα εργάτες και εξάγονται 25-30.000 τόνοι το χρόνο.
Το 1952 η επιχείρηση ανοίγει νέο φρέαρ σε απόσταση μόλις 20-30 μέτρων από τα σπίτια της περιοχής της Ανθούπολης. Ισχυρίζεται ψευδώς ότι το φρέαρ προορίζεται για την εγκατάσταση μηχανημάτων εξαερισμού. Με τη κάλυψη του υπουργείου Βιομηχανίας και κατά παράβαση του Μεταλλευτικού Κώδικα προχωράει στην εξαγωγή λιγνίτη και από αυτό το σημείο.
Από το Σεπτέμβριο του 1953 σπίτια στην Ανθούπολη αρχίζουν να παρουσιάζουν ρωγμές εξ αιτίας της διάνοιξης νέων στοών σε πολύ μικρό βάθος.  Κάθε βράδυ οι κάτοικοι τινάζονται από τα κρεβάτια τους από τις εκρήξεις του δυναμίτη. Τα διαβήματα του δημάρχου Σ. Γολεμάτη δεν βρίσκουν ανταπόκριση.
Σχέδιο υπόγειων εξορύξεων στο Λιγνιτωρυχείο Περιστερίου το 1940. Δημοσιεύθηκε στην Διπλωματική εργασία των Γεώργιου Κρασσακόπουλου και Λουκά Ταμβάκη με θέμα «Εκτίμηση Κινδύνου στην Επέκταση της Γραμμής 2 του Μετρό των Αθηνών «Άγιος Αντώνιος-Περιστέρι», Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων-Μεταλλουργών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2011, σ. 66.
Στις 30 Οκτωβρίου καταρρέει η στοά Νο 5 με αποτέλεσμα να σκοτωθεί  ο λιγνιτωρύχος Ιωάννης Τάντουλας  και να τραυματιστούν οι Στ. Ασονίδης, Κ. Φουστέρης και Α. Προκάκης.
Η επιχείρηση των λιγνιτωρυχείων συνεχίζει ανενόχλητη τις εργασίες διάνοιξης νέων στοών κάτω από την οικιστική περιοχή της Ανθούπολης δημιουργώντας μεγάλα μεγαλύτερα προβλήματα στα σπίτια των φτωχών οικογενειών. Ήδη εκεί κατοικούν 12.000 άνθρωποι.
Στις 30 Ιουλίου 1954 γίνεται μια δίκη στην οποία είναι κατηγορούμενες 4 εργάτριες από την Ανθούπολη και δυο αστυφύλακες. Πρόκειται για τις Μαρία Καρατζαφέρη, Γεωργία Άταρ, Φωτεινή Κοτσόβου και Σοφία Θεοδωράκη. Οι γυναίκες κατηγορούνται ότι στις 26 Σεπτεμβρίου 1953 (τότε που έχουμε τις πρώτες ρωγμές στα σπίτια) εξύβρισαν τον απεσταλμένο του υπουργού Βιομηχανίας, ανώτερο υπάλληλο Αρ. Τσάκωνα που πήγε στην Ανθούπολη για να εξετάσει τις καταγγελίες  των κατοίκων. Οι αστυφύλακες κατηγορούνται γιατί δεν τις εμπόδισαν. Κι ενώ οι γυναίκες καταδικάζονται σε 15 μέρες φυλάκιση, οι αστυφύλακες σε 5 μήνες!
Στις 3 Ιουνίου 1955 το Εφετείο της Αθήνας εκδίδει μια προκλητική απόφαση. Υποστηρίζει ότι ο οποιοσδήποτε μεταλλειοκτήτης μπορεί να προκαλέσει ζημιές  σε σπίτια που βρίσκονται στην επιφάνεια αλλά έχει την  υποχρέωση να τα αποζημιώσει. Όχι όμως για την Ανθούπολη γιατί τα σπίτια είναι χτισμένα εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς άδεια.
Στις 21 Νοεμβρίου 1955 εκδηλώνεται η πρώτη μαζική αντίδραση των κατοίκων της Ανθούπολης  με μια μεγάλη διαδήλωση  που διαλύεται από την χωροφυλακή. Αιτία αυτής της κινητοποίησης ήταν η εμφάνιση γεωτρύπανων της εταιρίας Πρεζάνη στο κέντρο της πλατείας της Ανθούπολης προκειμένου να ανοίξει νέα πρόσβαση στις στοές που συνεχίζουν να εξαπλώνονται. Οι κάτοικοι ζητούν την παρέμβαση του πρωθυπουργού και βάζουν για πρώτη φορά ζήτημα κλεισίματος των λιγνιτωρυχείων. Αλλά όλοι αδιαφορούν.
Μήνα με το μήνα η κατάσταση χειροτερεύει. Τέσσερα σπίτια υφίστανται καθίζηση κι οι ένοικοί τους αναγκάζονται να μένουν στην ύπαιθρο. Πολλά άλλα σπίτια σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα παρουσιάζουν ρωγμές και απειλούνται με κατάρρευση.
Τον Απρίλιο του 1956 το έδαφος κάτω από τα σπίτια των Λ. Θεοδωράκη και Κυρ. Σίβιλα παθαίνει καθίζηση, τα σπίτια πλέον είναι ετοιμόρροπα και εγκαταλείπονται. Ο Δήμος Περιστερίου επισημαίνει τις άμεσες ευθύνες του υπουργείου βιομηχανίας στην ασυδοσία της διεύθυνσης των λιγνιτωρυχείων.  Οι στοές ανοίγονται σε βάθος μόλις 15 ακόμη και 12 μέτρων αντί των 50 τουλάχιστον, που ορίζουν οι κανονισμοί, για να μην υπάρχει κίνδυνος για τα σπίτια.
Η Εξέγερση
Η κατάσταση φτάνει  στο απροχώρητο στις 14 Μαΐου 1956. Δυο ακόμα σπίτια υφίστανται καθίζηση. Οι κάτοικοι της Ανθούπολης είναι ανάστατοι κι αρχίζουν να συγκεντρώνονται σε μικρές ομάδες. Στις 10 το βράδυ η καμπάνες της Αγίας Μαρίνας χτυπούν και καλούν τον κόσμο σε γενική κινητοποίηση. Συγκεντρώνονται περίπου 5 χιλιάδες. Οι αγανακτισμένοι κάτοικοι της Ανθούπολης  κατευθύνονται στις εγκαταστάσεις των λιγνιτωρυχείων όπου βρίσκεται  ο πύργος με τους ανελκυστήρες. Εκείνη την ώρα σχολάει η βάρδια και δεν υπάρχουν άλλοι εργάτες στις στοές. Η μόνιμη φρουρά των χωροφυλάκων δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει.
Με πανιά  ποτισμένα με πετρέλαιο πυρπολούν τις ξύλινες εγκαταστάσεις ενώ ανατινάζουν με δυναμίτη τα τσιμεντένια χτίσματα. Είναι στιγμές που η φωτιά υψώνεται στα 100-150 μέτρα και είναι ορατή χιλιόμετρα μακριά. Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας αρχίζουν να χτυπούν κι εκεί οι καμπάνες.
Οι ενισχύσεις των χωροφυλάκων που φτάνουν εσπευσμένα από τους Άγιους Αναργύρους, τη Νέα Ιωνία, τα Νέα Λιόσια και τη Νέα Φιλαδέλφεια αποκρούονται με πέτρες. Η κυβέρνηση πανικοβάλλεται. Επί τόπου φτάνουν ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών Γεωργίου κι ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Ρακιντζής με νέες ενισχύσεις: 300 χωροφύλακες  από το Σύνταγμα Μακρυγιάννη με πολεμική εξάρτηση, κράνη και βραχύκαννα όπλα και 680 αστυφύλακες, ασφαλίτες και άλλοι. Οι αστυνομικοί φτάνουν με όποιο μέσο μπορούν αυτοκίνητα, ΙΧ, φορτηγά ακόμα και λεωφορεία της γραμμής. Ίλη τεθωρακισμένων της αστυνομίας αναλαμβάνει τη φύλαξη των γραφείων της εταιρίας στα οποία φυλάσσονται μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών υλών καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι οι εξεγερμένοι κατευθύνονταν προς τα εκεί.
Ενώ οι συμπλοκές συνεχίζονται οι  χωροφύλακες αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα για να απομακρύνουν τον κόσμο. Ρίχνονται πάνω από 500 σφαίρες αλλά οι εξεγερμένοι δεν πτοούνται. Από τις συμπλοκές με την αστυνομία τραυματίζονται και μεταφέρονται στο Σταθμό Α΄ Βοηθειών οι Κ. Τσίτος 30 χρόνων, Ν. Καραβανάς 16 χρόνων και Ευσταθία Μαναρακοπούλου 20 χρόνων.
Η φωτιά στις εγκαταστάσεις συνεχίζεται. Οι Ανθοπουλιώτες καταφέρνουν να εξουδετερώσουν τις πυροσβεστικές αντλίες που προσπαθούν να πλησιάσουν ενώ καταστρέφουν ολοσχερώς την πρώτη από αυτές. Τελικά η κατάσβεση της φωτιάς ξεκίνησε στις 3 το πρωί και ολοκληρώθηκα περίπου 5 το πρωί αφού κατέστρεψε ολοκληρωτικά τις  επίγειες εγκαταστάσεις των λιγνιτωρυχείων.
Η χωροφυλακή συλλαμβάνει πάνω από 40 περίπου άτομα σαν πρωταίτιους της εξέγερσης. Τελικά κρατούνται οι Δημ. Καραγιάννης, Παν. Κασουρίδης, Νικ. Βασιλείου, Π. Πουρναράς, Αχιλ. Δημητρακόπουλος, Η. Κατσιβέλης, Νικ. Ελευθερίου, Αιμίλιος Σταματιάδης, Παν. Καρέλας, Γαρυφαλιά Κορωναίου, Σωτηρία Κορωναίου, Ιωάννης Κορωναίος, Νικ. Κλάδης, Χαρ. Τσικνιαδόπουλος, Λ. Παπαδάκης, Βας. Θεοδωρόπουλος και Ζωή Θώδου.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι πολύ βαριές: «εμπρησμός εκ προθέσεως, διέγερσις  του λαού εις στάσιν, ελαφραί σωματικαί βλάβαι». Από αυτούς προφυλακίζονται οι Α. Σταματιάδης, Ι. Κορωναίος, Παν. Κασουρίδης, Ν. Ελευθερίου, Ν. Βασιλείου και Ν. Κλάδης.
Δημιουργείται επιτροπή από κρατικούς υπαλλήλους  και αξιωματικούς της Χωροφυλακής για να μελετήσει το θέμα της συνέχισης της λειτουργίας των λιγνιτωρυχείων ενώ η Ομοσπονδία Μεταλλευτών ζητά συμμετοχή στην επιτροπή και την εξασφάλιση των εργαζομένων και διασφάλιση της ζωής των κατοίκων της Ανθούπολης. Στις 5 Ιουνίου το Εργατικό Κέντρο Αθήνας ζητά να επισπευσθεί η επαναλειτουργία του λιγνιτωρυχείου καθώς μένουν άνεργοι 250 εργάτες. Το ίδιο επαναλαμβάνει στις 28 Οκτωβρίου 1956 και η Ομοσπονδία Μεταλλευτών.
Στις 16 Μαΐου ο δήμαρχος Περιστερίου Αριστείδης Σελίμης μαζί με το νομικό σύμβουλο του Δήμου Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Γαβριηλίδη παραχωρούν συνέντευξη τύπου στο Δημαρχείο όπου δηλώνουν ότι αν συνεχιστεί η λειτουργία του λιγνιτωρυχείου, ακόμα κι αν ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ολόκληρος ο συνοικισμός της Ανθούπολης κινδυνεύει να καταρρεύσει. Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι την προηγούμενη μέρα στην οδό Παπαμάρκου σημειώθηκε ρωγμή στο κατάστρωμα του δρόμου πλάτους 15 εκ. και μήκους 20 μέτρων.
Στις 19 Μαΐου 1956, 14 κάτοικοι της Ανθούπολης που τα σπίτια τους υπέστησαν ζημιές καταθέτουν μήνυση κατά της εταιρίας του Πρεζάνη.
Στις 21 Νοεμβρίου 1956 πρόκειται να ξεκινήσει η δίκη των κατοίκων της Ανθούπολης που κατηγορούνται για τον εμπρησμό. Στα δικαστήρια, που  έχουν κατακλυστεί από Περιστεριώτες και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, επικρατεί μεγάλη ένταση. Η δίκη αναβάλλεται.
Στις 28 Νοεμβρίου 1956 διεξάγεται συζήτηση στη Βουλή ύστερα από επερώτηση του βουλευτή της ΕΡΕ Δ. Βρανόπουλου. Ο Βρανόπουλος ζητά την τιμωρία των υπευθύνων για την αντικανονική λειτουργία των λιγνιτωρυχείων. Ο υπουργός βιομηχανίας Π. Παπαληγούρας ρίχνει την ευθύνη στις πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις.
Στις 11 Ιανουαρίου 1957 επαναλαμβάνεται  η δίκη 18 κατοίκων της Ανθούπολης που κατηγορούνται για την πυρπόληση των λιγνιτωρυχείων.  Οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, δυο χωροφύλακες της φρουράς των λιγνιτωρυχείων και ο φύλακας της επιχείρησης Ξυγκάκης απουσιάζουν. Ο Ξυγκάκης βρίσκεται στη φυλακή για κλοπές. Η δίκη αναβάλλεται.
Στις 30 Ιανουαρίου 1957 ξεκινά η δίκη των υπευθύνων των λιγνιτωρυχείων. Κατηγορούμενοι ο Φρ. Πρεξάνης, εκπρόσωπος της εταιρίας «Αττική» και ο Ιω. Φινές, μηχανικός των λιγνιτωρυχείων. Στην απολογία του ο  Πρεζάνης ισχυρίζεται ότι δεν είναι παράνομος αυτός (παρ ότι δεν συμμορφώθηκε  με τις εντολές  της μεταλλευτικής υπηρεσίας) αλλά οι κάτοικοι της Ανθούπολης που έχτισαν αυθαίρετα. Τρεις μέρες αργότερα εκδίδεται η απόφαση. Ο Πρεζάνης καταδικάζεται σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών κι ο Φινές τριών. Οι κατηγορούμενοι εξαγοράζουν τις ποινές τους με 200 μεταλλικές δραχμές την ημέρα και γυρίζουν ήσυχοι σπίτι τους. Στους κατοίκους, που υπέστησαν ζημιές τα σπίτια τους, αποφασίζεται να καταβληθεί το ποσό των 500 δραχμών στον καθένα για ψυχική οδύνη! Για την αποκατάσταση των ζημιών ούτε λόγος.
Στις 7 Μαρτίου επαναλαμβάνεται η δίκη των κατηγορουμένων της εξέγερσης και δυο μέρες αργότερα βγαίνει η απόφαση. Το δικαστήριο τους αθωώνει όλους από την κατηγορία της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, δηλαδή την καταστροφή των λιγνιτωρυχείων και του πυροσβεστικού οχήματος (η κατηγορία για «διέγερσι  του λαού εις στάσιν» έχει εξαφανιστεί) και καταδικάζει μόνο έξι από αυτούς σε πέντε μήνες φυλακή για αντίσταση κατά της αρχής απλής μορφής. Οι καταδικασθέντες Ι. Κορωναίος, Ν. Κλάδης, Αιμίλιος Σταματιάδης, Νικ. Βασιλείου, Χρ. Τσικνιαδόπουλος και Νικ. Ελευθερίου, ασκούν έφεση και αφήνονται ελεύθεροι.
Οριστικό Τέλος
Το 1958 και 1959 οριστικοποιείται το τέλος των λιγνιτωρυχείων στο Περιστέρι. Στοιχεία αντλούμε από τη Διπλωματική Εργασία των Γεώργιο Κρασσακόπουλου και Λουκά Ταμβάκη με θέμα «Εκτίμηση Κινδύνου στην Επέκταση της Γραμμής 2 του Μετρό των Αθηνών «Άγιος Αντώνιος-Περιστέρι» που παρουσιάστηκε στη Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το 2011:
«Κατά το 1958, όπως αναφέρεται από το Ι.Γ.Μ.Ε. (1999), επιτροπή συσταθείσα για τον σκοπό αυτό αποφαίνεται ότι δεν είναι δυνατή πλέον η συνύπαρξη οικισμών και ορυχείων και έτσι αποφασίζεται να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα λιθογομώσεων των στοών το οποίο και ολοκληρώνεται τον Ιανουάριο του 1959. Με το πέρας των εργασιών λιθογόμωσης, η επιτροπή διαχώρισε το λιγνιτωρυχείο σε τρεις τομείς. Στον πρώτο τομέα, σε βάθος από την επιφάνεια 47-70m, που έχει κατακλυσθεί από νερά από τον Μάιο του 1956, στον δεύτερο τομέα, σε βάθος 32-47m, με μερική λιθογόμωση και μερική κατακρήμνιση των στοών του και στον τρίτο τομέα σε βάθος 20-32m, όπου όλα τα έργα έχουν λιθογομωθεί. Η λιθογόμωση αυτή βοήθησε στο να αποφευχθεί εκτεταμένη καθίζηση. Η ακριβής περιοχή στην οποία έχει γίνει πλήρωση των υπογείων στοών και η πληρότητα των εργασιών πλήρωσης δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστή με ακρίβεια. Επόμενη επιτροπή στις 7/6/59 καταλήγει πράγματι στο συμπέρασμα ότι η λιθογόμωση έχει σε γενικές γραμμές επιτύχει στο να υποστηρίξει «όσον το δυνατόν καλύτερον» την οροφή των στοών χωρίς όμως να αποκλείει την πιθανότητα καταπτώσεων ή πυρκαγιών λόγω αυταναφλέξεως».

Η Βιομηχανική Σιδηροδρομική γραμμή των Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Παρακάτω παρουσιάζουμε την κατασκευή της βιομηχανικής σιδηροδρομικής διακλάδωσης πλάτους 1000/mm προς τα Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου και τις απαλλοτριώσεις εκτάσεων του Δήμου Περιστερίου μέσα από Νόμους, Διατάγματα και Υπουργικές Αποφάσεις:
Χάρτης των Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου. Δημοσιεύθηκε στην έκδοση: Lignite in Greece (Bureau of Mines, Bulletin 502), by Albert l. Toenges, N. L. Grentz, B. C. Parks and R. F. Abernethy, United States Government printing office, Washington, 1951, σ. 9.
24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1941 ► Βασιλικό Διάταγμα: «Περί οριστικής παραχωρήσεως μεταλλείων λιγνίτου κλπ. εις την Ανών. Εταιρείαν «Λιγνιτωρυχεία Αττικής» εν τω νομώ Αττικοβοιωτίας» (ΦΕΚ 92/Α/28-3-1941). Παραχωρήθηκαν εκτάσεις 3.567/στρ. και 440/στρ.
1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1942 ► Νομοθετικό Διάταγμα 1187: «Περί της πληρωμής της αξίας των εκτελουμένων υπό των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους αιτήσει των Αρχών Κατοχής τεχνικών εν γένει έργων και προμηθειών» (ΦΕΚ 76/Α/9-4-1942). Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρέχεται στην Υπηρεσία Σιδηροδρομικών Έργων Νόμου 575, πίστωση 35.000.000 δρχ. για την μελέτη και κατασκευή σιδηροδρομικής διακλαδώσεως προς τα Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου.
22 ΜΑΪΟΥ 1942 ► Υπουργική απόφαση 11240: «Περί εγκρίσεως απαλλοτριώσεων κτημάτων προς κατασκευήν διακλαδώσεως από γραμμής ΣΠΑΠ προς λιγνιτωρυχεία Περιστερίου» (ΦΕΚ 77/Β/11-6-1942).
30 ΜΑΪΟΥ 1942 ► Νομοθετικό Διάταγμα 1400: «Περί κατασκευής διακλαδώσεως της γραμμής Π.Α.Π. των Σ.Π.Α.Π. προς τα Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου» (ΦΕΚ 145/Α/9-6-1942). Η κατασκευή ανατέθηκε στην υπό εκκαθάριση Εταιρεία «Σιδηρόδρομος Πειραιώς Αθηνών Πελοποννήσου», σύμφωνα με τη μελέτη της Υπηρεσίας Σιδηροδρομικών Έργων Νόμου 575 για γραμμή κανονικού πλάτους (1435/mm). Σύμφωνα με το άρθρο 3: «Το άρθρο 6 του Ν. Δ. 1187/1942 καταργήθηκε».
14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1942 ► Υπουργική απόφαση 37754: «Περί αυξήσεως της πιστώσεως κατασκευής της διακλαδώσεως της σιδηροδρομικής γραμμής Περιστερίου» (ΦΕΚ 11/Β/26-1-1943).
2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 ► Νόμος 418: «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νομοθετικού Διατάγματος υπ’ αρ. 1400/1942 «περί κατασκευής διακλαδώσεως της γραμμής Π.Α.Π. των Σ.Π.Α.Π. προς τα Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου» (ΦΕΚ 246/Α/4-8-1943).
30 ΙΟΥΝΙΟΥ 1951 ► Συμβολαιογραφική πράξη 5219/1951: Του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Λ. Κονίτσα: «Συμβόλαιο εκμίσθωσις του λιγνιτωρυχείου Περιστερίου εις τον Φραγκίσκον Πρεζάνη».
24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1955 ► Υπουργική Απόφαση 6509: «Περί απαλλοτριώσεως εκτάσεως διά ανάγκας εκμεταλλεύσεως λιγνιτωρυχείου Περιστερίου» (ΦΕΚ 41/Β/17-3-1955). Απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις 15.556/m2 κατόπιν αίτησης που είχε υποβάλλει στις 4 Σεπτεμβρίου 1954 ο Φραγκίσκος Πρεζάνης για την ανέγερση κτιρίων προς εγκατάσταση μηχανημάτων εναποθηκεύσεως υλικού.
5 ΜΑΪΟΥ 1956 ► Βασιλικό Διάταγμα: «Περί τροποποιήσεως της υπ’ αριθ. 11240/42 Υπουργικής Αποφάσεως μερικής άρσεως απαλλοτριώσεως» (ΦΕΚ 137/Α/7-6-1956). Τροποποίηση της Υπουργικής απόφασης του 1942 για την απαλλοτρίωση εκτάσεων 49.178/m2. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής περιορίσθηκαν στα 29.733/m2 σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα 3311/1955 των ΣΕΚ.    
27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1961 ► Υπουργική Απόφαση Α.11671/1138: «Περί ειδοποιήσεως της γενομένης παρακαταθέσεως αποζημιώσεως εξ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως εκτάσεων προς κατασκευήν διακλαδώσεως ΣΠΑΠ προς Λιγνιτωρυχεία Περιστερίου» (ΦΕΚ 47/Δ/8-5-1961). Κατατέθηκε το ποσό των 2.891.695 δραχμών στους δικαιούχους (και κληρονόμους) των οποίων οι ιδιοκτησίες είχαν απαλλοτριωθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής για τις ανάγκες κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής. Οι αποζημιώσεις κατατέθηκαν βάσει του Τοπογραφικού διαγράμματος 3311/1955 των ιδιοκτησιών που είχε εκπονήσει η αρμόδια υπηρεσία των ΣΕΚ στις 30 Μαΐου 1955.

Στα ίχνη του σιδηρόδρομου των Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου

Από τον Λίνο Παπαχρήστου
Καθηγητή Φυσικών

Στα πλαίσια μιας ακόμη βόλτας σιδηροδρομικής αρχαιολογίας, την Κυριακή 21/4/2013 αναζήτησα τα ίχνη του βιομηχανικού σιδηρόδρομου που συνέδεε το σταθμό Κρηπιδώματα του δικτύου της ΣΠΑΠ (σημερινή θέση του σταθμού Άγιοι Ανάργυροι του ΟΣΕ/Προαστιακού) με τα λιγνιτωρυχεία του Περιστερίου. Η γραμμή αυτή, ήταν σχετικά βραχύβια, καθώς η λειτουργία της διήρκεσε μόνο 10 περίπου χρόνια (από την περίοδο της κατοχής ως το οριστικό κλείσιμο των ορυχείων), και εξυπηρετούσε τα λιγνιτωρυχεία που βρίσκονταν στην περιοχή του σημερινού άλσους Περιστερίου και ανατολικότερα από αυτό, ως περίπου το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται ο σταθμός του μετρό Ανθούπολη […]. Κατά την περίοδο της κατοχής και ενώ τα ορυχεία βρίσκονταν υπό ιταλική διοίκηση, κατασκευάστηκε σιδηροδρομική γραμμή που τα συνέδεε με το δίκτυο της ΣΠΑΠ […]. Το συνολικό της μήκος ήταν περίπου 3 χλμ. […].
Στο σημείο που βρίσκεται ο νέος σταθμός των Αγίων Αναργύρων, βρίσκονταν η διακλάδωση της γραμμής των ορυχείων του Περιστερίου (Φωτ. 1). Ενώνονταν με τη γραμμή της ΣΠΑΠ και ήταν μετρικού εύρους. Διέρχονταν μέσα από το νοτιότερο μέρος της περίφραξης του στρατοπέδου (Φωτ. 2) και αμέσως μετά διέρχονταν περνούσε πάνω από το ρέμα της Φλέβας (Φωτ. 3). Προφανώς το τμήμα αυτό δε μπορεί κανείς να το ακολουθήσει καθώς είναι εντός του στρατοπέδου, ενώ η γέφυρα δεν υπάρχει πια. Έτσι, ακολούθησα παράλληλη (νοτιότερη) διαδρομή, διέσχισα το ρέμα της Φλέβας από μια προσωρινή πεζογέφυρα που μοιάζει σα να είναι κατασκευασμένη από dexion (!) (Φωτ. 4) και βρέθηκα στη συμβολή των οδών Διονυσίου και Φλέβας (Φωτ. 5). Η οδός Διονυσίου, κάθετη στο ρέμα, είναι ο διάδρομος της γραμμής (Φωτ. 6). Είναι μια οδός σχετικά ήπιας κυκλοφορίας, ιδανική για βόλτα με το ποδήλατο με μοναδικό ίσως επικίνδυνο σημείο τη διασταύρωση χωρίς φανάρι με την οδό Ανδρέα Παπανδρέου στο Ίλιον (Φωτ. 7). Μετά τη διασταύρωση αυτή, συναντά μια πλατεία (Πολυτέκνων) και συνεχίζει στην απέναντι μεριά ως την οδό Χίου (Φωτ. 8). Περίπου 500 μέτρα μετά την πλατεία, η οδός Χίου φαρδαίνει (Φωτ. 9) και παραπλεύρως του δρόμου υπάρχει ένα μικρό κτίσμα σιδηροδρομικής αισθητικής (Φωτ. 10). Πιθανώς εκεί να βρίσκονταν κάποιες γραμμές διαλογής. Μετά τη διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως (Φωτ. 11), η γραμμή συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση και μέσω των οδών Τσαρουχά και Αριστοτέλους καταλήγει στο τέρμα της, κοντά στο σημερινό γήπεδο του Περιστερίου […].
Αν η γραμμή των ορυχείων είχε διατηρηθεί, μαζί με τη γραμμή του Λαυρίου, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά ως ένα δίκτυο τραμ/ελαφρύ σιδηροδρόμου κατά τα πρότυπα του S-Bahn της Karlsruhe ή του OEG. Στο σημείο που γίνονταν η συνάντηση των γραμμών και υπάρχει σήμερα ο σταθμός των Αγίων Αναργύρων, θα μπορούσε να βρίσκεται ένας σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος όπως το ΣΚΑ αλλά σε βολικότερη θέση, μέσα σε πυκνοκατοικημένη περιοχή, όχι στη μέση του πουθενά. Δυστυχώς όμως τα λάθη που έγιναν τη δεκαετία του 1950 (κλείσιμο γραμμών Λαυρίου και Ανθούπολης, ξήλωμα του τραμ της Αθήνας) επαναλήφθηκαν 4 δεκαετίες αργότερα με την κατάργηση της μετρικής γραμμής Αθήνας-Κορίνθου, τη μοναδική ευκαιρία για έναν πραγματικό προαστιακό σιδηρόδρομο στη δυτική Αττική.

Φωτ. 1: Ο νέος υπογειοποιημένος σταθμός των Αγίων Αναργύρων, με την τετραπλή γραμμή © Λίνος Παπαχρήστου.
Φωτ. 2: Η μάντρα του στρατοπέδου © Λίνος Παπαχρήστου.
Φωτ. 3: Το ρέμα της Φλέβας, υπό τσιμεντοποίηση © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 4: Πρόχειρο γεφυράκι © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 5: Η συνέχεια της γραμμής ως οδός Διονυσίου δυτικά της Φλέβας © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 6: Η οδός Διονυσίου στο ξεκίνημα © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 7: Η οδός Διονυσίου, καθώς στενεύει και γίνεται μονόδρομος © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 8: Η οδός Χίου © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 9: Η οδός Χίου κατηφορίζει και στο βάθος φαρδαίνει αρκετά © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 10: Κτίσμα στην οδό Χίου που παραπέμπει σε σιδηρόδρομο © Λίνος Παπαχρήστου.

Φωτ. 11: Η συνέχεια μετά τη διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως © Λίνος Παπαχρήστου.
Τα γεγονότα των Λιγνιτωρυχείων Περιστερίου μέσα από την εφημερίδα «Ελευθερία» των Αθηνών, φ. 3591 (16 Μαΐου 1956)

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου